Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια

κάντε κλικ στην εικόνα για καλύτερη ποιότητα

της Χαράς Παπαϊωάννου

Κάθε φορά που συζητάμε ενεργειακά θέματα, θίγουμε τον πυρήνα του αναπτυξιακού μοντέλου, το οποίο αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή πλήττουμε το μοντέλο εκείνο του άκρατου καταναλωτισμού, και της άναρχης ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και γενικότερα της ελεύθερης, ή καλύτερα, της ασύδοτης διαχείρισης των προϊόντων και των υπηρεσιών και όχι των ανθρώπων.

Τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτό το μοντέλο ανάπτυξης εντείνονται κυρίως, γιατί οι πόλεις γιγαντώνονται, γιατί ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται όλο και περισσότερο, άρα αυξάνονται και οι ενεργειακές ανάγκες, έχουμε αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ενεργειακή εξάρτηση και ανασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, εντεινόμενη περιβαλλοντική κρίση και βεβαίως των κλιματικών αλλαγών. Το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης το επέλεξε δυστυχώς συνειδητά η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, προκειμένου να πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης. Ένα μοντέλο real estate, μιας ανάπτυξης άναρχης, φθηνιάρικης και «βρώμικης», καμία σχέση με βιώσιμη ανάπτυξη.

Η ΕΕ έχει θέσει τους εξής στόχους για το 2020, 20% παραγωγή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, 20% να επιτευχθεί από την εξοικονόμηση ενέργειας και το 20% στη μείωση των εκπομπών.

Ποια είναι, όμως, η κατάσταση που ισχύει στη χώρα μας; Η μεγαλύτερη ίσως ενεργειακή «μαύρη τρύπα» της Ελλάδας είναι τα κτίρια, τα οποία είναι υπεύθυνα για το 40% της ενέργειας που καταναλώνεται. Εδώ και χρόνια κάθε κτίριο θα έπρεπε να διαθέτει ενεργειακή ταυτότητα. Ήδη από το 1998 υπάρχει η σχετική οδηγία, η οποία δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε.

Από τις 4 Ιανουαρίου 2006 η χώρα μας έπρεπε να είχε εναρμονίσει την εθνική της νομοθεσία σύμφωνα με την 2002/91/ΕΚ Οδηγία. Θα έπρεπε δηλαδή να υλοποιεί συγκεκριμένα μέτρα μείωσης της ενεργειακής σπατάλης των κτιρίων με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, νέου τύπου θερμομονώσεις και βιοκλιματικές τεχνικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη γειτονική Ιταλία ήδη έχουν εκπαιδευτεί και λειτουργούν γι’ αυτό το σκοπό επτά χιλιάδες ενεργειακοί επιθεωρητές. Αντίστοιχος αριθμός ενεργειακών επιθεωρητών, για τη χώρα μας εκτός των περιβαλλοντικών λόγων ίσως να αντιμετώπιζε εν μέρει και το πρόβλημα της ανεργίας στη χώρα.

Μελέτη της «ICAP» υπολογίζει ότι μέσα σε 10 χρόνια είναι εφικτή, μόνο με τη χρήση παθητικών ηλιακών συστημάτων, εξοικονόμηση ενέργειας 10% από τον κτιριακό τομέα, ίση δηλαδή με 35.000.000 τόνους ισοδύναμου πετρελαίου.

Μια σειρά από ευρωπαϊκά προγράμματα για την ενεργειακή οχύρωση των δημοσίων κτιρίων με τα προηγούμενα ευρωπαϊκά πλαίσια πέρασαν εντελώς ανεκμετάλλευτα. Είναι απαραίτητο λοιπόν ένα εθνικό πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας σε δημόσια κτίρια με προσδιορισμό ανά έτος συγκεκριμένου αριθμού κτιρίων που θα προσαρμόζονται με νέες προδιαγραφές. Απαιτείται πλήρης εφαρμογή, ήδη έπρεπε να ισχύει, στις νέες οικοδομικές άδειες της οδηγίας της ΕΕ για την εξοικονόμηση ενέργειας σε κτίρια. Και βέβαια ταχεία μετάβαση από το πετρέλαιο στο φυσικό αέριο, όπου αυτό είναι εφικτό.

Επιβάλλεται επίσης, η σύσταση οργανισμού πιστοποίησης βιοκλιματικών κτιρίων. Άμεσα φορολογικά κίνητρα για επέκταση της χρήσης φωτοβολταϊκών συστημάτων σε κτίρια, ώστε να κινηθεί επιτέλους ο μύλος που θα φέρει αποτέλεσμα και θα συνεγείρει και τον πολίτη.

Η εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα είναι άμεση προτεραιότητα για ενεργειακούς, περιβαλλοντικούς, αναπτυξιακούς και κοινωνικούς λόγους και συνεπώς θα πρέπει να υπάρξουν μέτρα ενίσχυσης των πολιτών προς αυτή την κατεύθυνση.

Πλέον βασική προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η θεσμοθέτηση και εφαρμογή του ΚΕΝΑΚ, ο οποίος μέσα σε δύο χρόνια θα βελτιωθεί σύμφωνα με τις επιταγές της νέας αναδιατυπωμένης Οδηγίας. Η αναδιατύπωση της 2002/91 βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης, ειδικότερα μετά την συμφωνία που επετεύχθη στον τελευταίο Τρίλογο στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΚΕΝΑΚ θα πρέπει να στηριχθεί με έμμεσες επιδοτήσεις μέσω φορολογικών απαλλαγών και να επικαιροποιηθεί με ενεργειακούς συντελεστές που να βρίσκονται κοντά στα επίπεδα που μεγιστοποιείται το κέρδος από την εξοικονόμηση ενέργειας (cost-optimal level) κατ’ επιταγή της νέας Κοινοτικής Οδηγίας.

Οι απαραίτητοι πόροι θα μπορούσαν να διασφαλιστούν από μία αναθεώρηση του ΕΣΠΑ, ώστε να υπάρξει μεταφορά κονδυλίων. Θα πρέπει να εξευρεθούν πόροι από άλλα κοινοτικά προγράμματα.

Η εξοικονόμηση ενέργειας, που είναι ο σκοπός, δεν εξυπηρετείται βάζοντας περιορισμούς και έχοντας περιορισμένες δράσεις. Απαιτείται ένα Πρόγραμμα όπου προβλέπει τη συμμετοχή πολλών, αν όχι όλων, των πολιτών.

Καμιά φορά η Ελλάδα δεν κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, απλώς κάποιοι την αφήνουν να κοιμάται. Ο ύπνος αυτός είναι σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος και όταν αυτό το δημόσιο συμφέρον συνδέεται με θέματα υγείας, ποιότητας ζωής ή περιβάλλοντος, όταν αυτό το δημόσιο συμφέρον συνδέεται με το ίδιο το ξεπέρασμα της οικολογικής κρίσης που μαστίζει τον πλανήτη μας, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι πρέπει να ξυπνήσουμε και να κινηθούμε με ταχύτατους ρυθμούς, που δυστυχώς το ΥΠΕΚΑ δεν έχει επιδείξει έως σήμερα.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Με αφορμή το νομοσχέδιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας


Πράσινη ανάπτυξη ή πράσσειν άλογα;

της Μαλαμώ Κορμπέτη

Ανάπτυξη σήμερα σημαίνει οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή μεγέθυνση της οικονομίας. Ή τέλος πάντων, τα κριτήρια με βάση τα οποία νοηματοτοδοτείται η «ανάπτυξη» είναι μόνο οικονομικά: κοστολόγηση, ανταγωνιστικότητα, εμπορευματοποίηση. Τι σημαίνει αυτό για την φύση; Σημαίνει την εξάπλωση της ανθρώπινης κοινωνίας, των δομών και των συνεπειών της μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Εντάξει. Αυτό δεν είναι νέα όμως. Αυτό που διαφοροποιεί τον δυτικό κόσμο από πριν μία εικοσαετία είναι ότι στη συστημική κρίση που βρίσκεται σήμερα έχουν αλλάξει τα προσχήματα ή οι αξίες με τις οποίες γίνεται δυνατή η διαρκής εύρεση νέου εδάφους απαραίτητου για την επιβίωση του καπιταλισμού και την απορρόφηση των συνεπειών του.

Η πράσινη ανάπτυξη σήμερα παρουσιάζεται σαν λύση για όχι μόνο στην οικολογική, αλλά και στην οικονομική κρίση. Είναι ξεκάθαρη η θέση της κυβέρνησης: την προηγούμενη εβδομάδα η Υπουργός Περιβάλλοντος, μαζί με την Υπουργό Οικονομικών και τον Πρόεδρο της Τράπεζας Πειραιώς κατέθεσαν σχέδιο για πράσινες επενδύσεις συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ με στόχο τη δημιουργία 12.000 νέων θέσεων εργασίας, το οποίο προβλέπει ανάμεσα σε άλλα και την δημιουργία τριών νέων «πράσινων βιομηχανικών περιοχών». Ο πολιτικός στόχος λοιπόν είναι και πάλι η μεγέθυνση, αλλά τώρα γίνεται με «πράσινο» επικάλυμμα. Κάτω από το επικάλυμμα όμως βρίσκεται η εξάντληση του ζωτικού χώρου για την επιβίωση της φύσης, αλλά και μία άρνηση να παραιτηθεί ο δυτικός πολιτισμός από τις τεχνολογικές υποτιθέμενες λύσεις στην διπλή αυτή κρίση. Μία κρίση που ο ίδιος δημιούργησε, σε μεγάλο βαθμό λόγω των περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποτυχημένων τεχνολογικών παρεμβάσεων. Αλλά ακόμα χειρότερα, είναι μία πεισματική άρνηση να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα αίτια της κρίσης αυτής.

Επειδή κοινωνία χωρίς μνήμη είναι κοινωνία χωρίς ελπίδα, καλό είναι να θυμόμαστε την ιστορία μας. Τον 20ο αιώνα στην Ελλάδα έγινε μια κακή χωροταξική αναδιάρθρωση στο όνομα της «ανάπτυξής» της. Διαδοχικά η βιομηχανία και ο τουρισμός προκρίθηκαν ως μοντέλα ανάπτυξης της χώρας, χωρίς βέβαια να γίνει ο απαραίτητος χωροταξικός σχεδιασμός. Το αποτέλεσμα αυτής της «ανάπτυξης» το βλέπουμε σήμερα. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι πριν από μισό αιώνα η «πράσινη επανάσταση», με τις βελτιωμένες ποικιλίες φυτών και τις νέες καλλιεργητικές πρακτικές (μονοκαλλιέργεια και χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων) υποσχέθηκε την εξάλειψη της πείνας από τον πλανήτη, εντατικοποιώντας την αγροτική παραγωγή παγκοσμίως. Ο στόχος βέβαια δεν εκπληρώθηκε. Αντίθετα, στην πορεία της «επανάστασης» εξαλείφθηκαν αυτόχθονες καλλιεργητικές ποικιλίες και πολλά είδη φυτών και ζώων, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η διατροφική αυτάρκεια και αυτονομία των ανθρώπινων κοινοτήτων που εξαρτώνταν από αυτά.

Δυστυχώς το σχέδιο νόμου «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» ρισκάρει να αναταράξει την παραπάνω λογική. Ενώ έχει περιέχει (αποσπασματικά) λύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (όπως για παράδειγμα η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια), ανοίγει τον δρόμο για τη ανεξέλεγκτη εγκατάσταση αιολικών πάρκων στις πιο πολύτιμες για τη βιοποικιλότητα περιοχές της χώρας. Επιτρέπει τη χωροθέτηση αιολικών πάρκων σε πυρήνες Εθνικών Δρυμών, ανέγγιχτες βραχονησίδες και βουνοκορφές. Η κύρια επίπτωση είναι ότι η εγκατάσταση ανεμογεννητριών φέρνει συνοδευτικά έργα (δρόμοι, γραμμές μεταφοράς ρεύματος κλπ.) με αποτέλεσμα την έκθεση των περιοχών που προηγουμένως ήταν δύσκολα προσβάσιμες σε εμπορική εκμετάλλευση. Ενδημικά είδη φυτών ή ζώων μπορεί να εξαφανιστούν και ολόκληρες αποικίες πουλιών να εγκαταλειφθούν. Επίσης, τα πλέον απειλούμενα είδη της Ελλάδας, όπως π.χ. οι γύπες πρόκειται να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο πρόσκρουσης στα πτερύγια των ανεμογεννητριών. Είναι παράδοξο ότι ενώ η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις κυριότερες απειλές για την βιοποικιλότητα, οι λύσεις για την αντιμετώπισή της δημιουργούν το ίδιο πρόβλημα. Εξ ου και η έκφραση «πράσσειν άλογα» η οποία σημαίνει «πράττω κάτι μη λογικό».

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι εύλογα. Είναι πράσινη η ανάπτυξη που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της βιοποικιλότητας; Και αν δεν είναι, αλλά δεν πειράζει να καταστραφεί μέρος της εναπομείνασας φύσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή, πόση απώλεια είναι τελικά αποδεκτή; Γιατί δεν έχει επιλεχτεί σαν λύση στην κλιματική αλλαγή η εξοικονόμηση ενέργειας και η από-μεγέθυνση της υπερτροφικής οικονομίας η οποία και παράγει τα αέρια του θερμοκηπίου; Είναι αφέλεια να νομίζει κανείς ότι αυτό που μας επηρεάζει καθημερινά και είναι ορατό και καθοριστικό για την ανθρώπινη κοινωνία είναι οι αποψιλώσεις των δασών, οι δρόμοι και η ανθρώπινη επέμβαση παντού, η ερημοποίηση των φυσικών περιοχών και, εν τέλει, η εμπορευματοποίηση της φύσης; Είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι τα ανέγγιχτα κομμάτια που έχουν επιβιώσει της «ανάπτυξης» δεν είναι αντικαταστάσιμα; Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή χωρίς να καταστρέψουμε τη φύση και να επαναλάβουμε τα ίδια ιστορικά λάθη;

Η πράσινη ανάπτυξη αναδύεται σαν νέα μια αξία και πάνω της χτίζεται ξανά η διαρκής διόγκωση της οικονομίας. Αλλά μάλλον είναι ένα επενδυτικό καρότο. Λίγα έχει να προσφέρει στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών της σημερινής οικολογικής και κοινωνικής κρίσης. Αυτή η αντιμετώπιση προϋποθέτει κριτική σκέψη απέναντι στις κυρίαρχες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές, οι οποίες επιβιώνουν μέσα από την καθημερινή επανεπιβεβαίωση των αξιών «πρόοδος» και «ανάπτυξη». Στον αντίποδα των κυρίαρχων δομών βρίσκεται η απομυθοποίηση του καταναλωτισμού, η επανατοπικοποίηση, η αποκέντρωση της παραγωγής. Η έξοδος από τη λογική που λέει ότι για να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή πρέπει να διογκωθεί το σύστημα που την παράγει.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Κοινωνία και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας


Tου ΓΙAΝΝΗ ΜAΡΓΑΡΗ*


Στις μέρες μας αναβιώνει μια γενικευμένη πίστη στη δυνατότητα της τεχνοεπιστήμης να διασώσει την κοινωνία σύροντάς την έξω από τον επικίνδυνα διογκούμενο σωρό των προβλημάτων της. Εν προκειμένω η τελευταία φαίνεται να στηρίζεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε ποιο βαθμό όμως αυτή η πίστη έχει βάση, ποια η ειδοποιός διαφορά των ΑΠΕ από τις συμβατικές πηγές ενέργειας; Με ποιον τρόπο μπορούν να συμβάλουν σε ένα νέο μοντέλο κοινωνίας που δεν στήνει σταδιακά την αυτοκαταστροφή της;

Αν και τονίζεται, σωστά μεν, το γεγονός ότι δεν παράγονται αέρια θερμοκηπίου (CO2, CH4, NOx κ.α.) κατά τη χρήση ΑΠΕ, έμφαση που δίνεται λόγω της αιτιακής σχέση μεταξύ της υπερσυσσώρευσης τέτοιων αερίων και της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη, αμελείται να αναφερθεί η θεμελιώδης δυνατότητα των ΑΠΕ για τοπική παραγωγή και τοπική κατανάλωση.

Σε αντίθεση με τις συμβατικές πηγές που απαιτούν μεγάλη ενεργειακή πυκνότητα παραγωγής αλλά και κατανάλωσης (αυξημένη ισχύς σε μικρή γεωγραφική έκταση), οι ΑΠΕ μπορούν να μετατοπίσουν την ενεργειακή ένταση από το εθνικό και υπερεθνικό στο τοπικό επίπεδο.

Δεν ισχυρίζομαι ότι το σύνολο των ενεργειακών δραστηριοτήτων (παραγωγή και κατανάλωση) μπορεί να αποκεντρωθεί πλήρως αλλά η πλειονότητα πρέπει να ανακλιμακωθεί αν η σταδιακή απεξάρτηση από ορυκτά καύσιμα θέλουμε να έχει ελπίδα πραγμάτωσης.

Η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στα υπάρχοντα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας αν και τεχνολογικά εφικτή σε έναν βαθμό (η διείσδυση ΑΠΕ οριακά μπορεί να υπερβαίνει το 30% του ετήσιου μέγιστου φορτίου) αντιμετωπίζει, εκτός από το μεγάλο οικονομικό κόστος, προβλήματα όπως το ζήτημα της αποθήκευσης της ενέργειας, η οποία σε συστήματα μεγάλης κλίμακας δεν φαίνεται να μπορεί να επιτευχθεί.

Μορφές αποκεντρωμένων συστημάτων, όπως τα μικροδίκτυα και τα λεγόμενα έξυπνα δίκτυα, είναι ήδη στη διάθεσή μας προς αξιοποίηση. Οι σύγχρονες τεχνολογίες ΑΠΕ παρέχουν σχεδόν το σύνολο των τεχνικών υπηρεσιών των συμβατικών μονάδων (θέματα ρύθμισης δικτύου, αξιοπιστία - ασφάλεια παροχής). Για να γενικευθεί όμως η χρήση τους απαιτείται η ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών, μια προσέγγιση του παραγωγού με τον καταναλωτή ενέργειας.

Οι ΑΠΕ σε συνδυασμό με τη συλλογική απάθεια όχι μόνο δεν θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αλλά θα παραχωρήσουν τη θέση τους πολύ εύκολα στον άνθρακα, την πυρηνική ενέργεια και κάθε άλλη πηγή ενέργειας που θα κληθεί να λύσει το πρόβλημα μιας διαρκώς διογκούμενης κατανάλωσης.

Την κατανάλωση μιας κοινωνίας που θα παρακολουθεί τις κλιματικές αλλαγές από τη θέση του παρατηρητή ενώ την ίδια στιγμή τρώει από το κουφάρι του οργανικού και ανόργανου κόσμου που την περιβάλλει.

Προσπαθώντας να αναδείξουμε τη σημασία του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο οι ΑΠΕ μπορούν να γενικευθούν, έχει ενδιαφέρον η μελέτη της Δανίας, μιας χώρας που χρησιμοποιείται σήμερα σαν υπόδειγμα για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Οι κοινοτικές μορφές ιδιοκτησίας μονάδων ΑΠΕ (π.χ. περίπου το 80% των εγκατεστημένων ανεμογεννητριών στη Δανία ανήκαν το 2001 σε 175.000 οικογένειες) αλλά και η μεγάλη παράδοση συνεταιρισμών - κολλεκτίβων σε βασικούς τομείς παραγωγής αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες που διευκόλυναν την ανάπτυξη των ΑΠΕ με ρυθμούς που μοιάζουν αδύνατοι για άλλες χώρες.

Εδώ και 150 χρόνια το επικρατούν σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης αναπτύχθηκε αφήνοντας ανοιχτή τη βρύση ηλεκτρικού ρεύματος μεταφέροντας ασύμμετρα τις καταστροφικές συνέπειες τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Ακόμα και η εξοικονόμηση ενέργειας, που προφανώς απαιτείται, μπορεί να επιτευχθεί μόνο στη βάση μιας κοινωνίας που έχει συνείδηση των αναγκών της, του τρόπου με τον οποίο παράγεται όχι μόνο η ενέργεια αλλά κάθε υλικό μέσο συντήρησής της, και τελικά συνείδηση και έλεγχο της ίδιας της πορείας της μέσα στον χρόνο.

Αυτή η «κοινωνία των πολιτών» δεν μπορεί παρά να είναι μια κοινωνία πολιτών που διαμορφώνουν ενεργά την πολιτική για την ενέργεια και δεν περιορίζονται στον ρόλο του παθητικού καταναλωτή.

*Ο Γιάννης Μάργαρης είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός & μηχανικός υπολογιστών, υποψήφιος διδάκτορας ΕΜΠ