Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Συζητώντας για Πράσινη Ανάπτυξη: Και τώρα τι;


Του ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΟΙΡΑΣΓΕΝΤΗ*

Καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο η πράσινη ανάπτυξη αποτέλεσε σημαντικό πεδίο αναφοράς, και στα προγράμματα αρκετών κομμάτων (μεταξύ των οποίων και της νυν πλέον κυβέρνησης) βασικός πυλώνας οικοδόμησης ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου για τη χώρα. Είναι μια συζήτηση που αυτήν την περίοδο γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, την πράσινη οικονομία ως βασικό στοιχείο πολιτικής για την αντιμετώπιση, μεταξύ άλλων, και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Τι είναι όμως ένα μοντέλο πράσινης οικονομίας; Μπορεί κατά τρόπο ομοιόμορφο να εφαρμοσθεί σε όλα τα κράτη του πλανήτη; Είναι πραγματικά η λύση τόσο για τα περιβαλλοντικά όσο και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα; Και τέλος πάντων πώς μια κατ’ εξοχήν ενεργειακά σπάταλη χώρα όπως η Ελλάδα, με παράδοση δεκαετιών στην κάλυψη του συνόλου σχεδόν των ενεργειακών της αναγκών με την αξιοποίηση εγχώριου λιγνίτη (ενός εξαιρετικά φτωχού και ρυπογόνου καυσίμου) και εισαγόμενου πετρελαίου (επίσης ρυπογόνου ορυκτού καυσίμου), θα πραγματοποιήσει μια ριζική στροφή δομώντας μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα;

Κατ’ αρχήν είναι χρήσιμο να ξεκαθαριστεί ότι βασική στόχευση ενός μοντέλου πράσινης οικονομίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, σε τοπικό, εθνικό-περιφερειακό και τελικά παγκόσμιο επίπεδο. Είναι προφανές ότι μια τέτοια στροφή θα δημιουργήσει και ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα σε κάποιους οικονομικούς κλάδους (π.χ. των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και εν γένει των «καθαρών» τεχνολογιών), ενώ θα πλήξει κάποιους άλλους (π.χ. τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων).

Το συνολικό ισοζύγιο σε ότι αφορά την οικονομία, μπορεί να διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, εξαρτάται από πληθώρα παραγόντων, την υφιστάμενη δομή της κάθε οικονομίας, τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων παραγωγικών κλάδων, κλπ. Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας στροφής επομένως, δεν είναι δεδομένες και θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο λεπτομερούς διερεύνησης ανά περίπτωση.

Όμως, και αυτή καθ’ αυτή η δομή ενός μοντέλου πράσινης ανάπτυξης μπορεί να διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τους φυσικούς πόρους που διαθέτει, τη διάρθρωση της οικονομίας, το ανθρώπινο δυναμικό και τις δεξιότητες που κατέχει, τα κοινωνικά πρότυπα, κλπ.

Αντίστοιχα για την Ελλάδα η υιοθέτηση ενός πράσινου οικονομικού μοντέλου θα πρέπει να γίνει με την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών και μέτρων σε ορισμένους βασικούς άξονες προτεραιότητας. Αδιαμφισβήτητα ο τομέας της ενέργειας θα πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα των σχετικών δράσεων, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση μιας τέτοιας μεταστροφής.

Πιο συγκεκριμένα, βασικός άξονας άμεσης προτεραιότητας σε ένα μοντέλο πράσινης οικονομίας θα πρέπει να αποτελέσει η προώθηση των επενδύσεων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Προς την κατεύθυνση αυτή βασικός οδηγός θα πρέπει να είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα στο πλαίσιο σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας για διείσδυση των ΑΠΕ στην τελικά κατανάλωση ενέργειας κατά 18% το 2020 σε σχέση με περίπου 6,8% που είναι σήμερα.

Η επίτευξη του στόχου αυτού, απαιτεί την υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων, κυρίως σε αιολικά πάρκα (8.000-9.000 MW), φωτοβολταϊκά συστήματα (περίπου 1.000 MW) και άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ την επόμενη δεκαετία. Οι αναγκαίες επενδύσεις είναι της τάξης των 1,7 δις. € ανά έτος για όλη την περίοδο μέχρι το 2020. Δεδομένου του μεγάλου επενδυτικού ενδιαφέροντος για υλοποίηση έργων ΑΠΕ στην Ελλάδα, κρίσιμες παράμετροι για την επίτευξη αυτών των στόχων θεωρούνται:

Η απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου και η απο-ενοχοποίηση των τεχνολογιών ΑΠΕ που σήμερα επί της ουσίας διώκονται ως ρυπογόνες δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται απαραίτητη και η αναθεώρηση του χωροταξικού για τις ΑΠΕ.

Η περαιτέρω ανάπτυξη υποδομών ηλεκτρικών δικτύων προκειμένου να μπορούν να αξιοποιηθούν περιοχές με πλούσιο αιολικό δυναμικό, και κυρίως η διασύνδεση των νησιών του Αιγαίου με το ηλεκτρικό σύστημα της ηπειρωτικής Ελλάδας, στην προοπτική υλοποίησης έργων ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας.

Η ενημέρωση των πολιτών για τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα αλλά και τις πραγματικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.

Η ριζική αναθεώρηση του συστήματος επιδοτήσεων και τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Σταδιακά θα πρέπει να εκλείψουν οι επιδοτήσεις στο κόστος επένδυσης των έργων (τα οποία θα πρέπει να καλύπτονται εξ ολοκλήρου από τους επενδυτές) και να αυξηθούν σημαντικά οι τιμές πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, στη βάση και του περιβαλλοντικού οφέλους που θα προκύπτει από την υποκατάσταση ηλεκτρισμού που άλλως θα παραγόταν από ρυπογόνες μονάδες. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αυξηθεί και το ποσοστό των εσόδων έργων ΑΠΕ που παρακρατείται υπέρ των ΟΤΑ στους οποίους εγκαθίστανται τα έργα, μέρος των οποίων θα πρέπει να αποδίδεται απ’ ευθείας στους μόνιμους κατοίκους, καθιστώντας τους πραγματικά συμμέτοχους στο όλο εγχείρημα.

Η θέσπιση κινήτρων για ανάπτυξη βιομηχανίας παραγωγής τεχνολογιών ΑΠΕ στη χώρα (σε αναλογία με το πετυχημένο παράδειγμα της ανάπτυξης εγχώριας βιομηχανίας παραγωγής ηλιακών συστημάτων), έτσι ώστε πραγματικά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε επενδύσεις για την προστασία το περιβάλλοντος να έχουν και σημαντικό θετικό αντίκτυπο στην οικονομία.

Δεύτερος βασικός άξονας άμεσης προτεραιότητας για τη στροφή σε ένα μοντέλο πράσινης οικονομίας αποτελεί η προώθηση μέτρων εξοικονόμησης και ορθολογικής χρήσης της ενέργειας. Τα περιθώρια στον τομέα αυτό είναι τεράστια πρωτίστως στα κτίρια και στις μεταφορές, αλλά και στη βιομηχανία. Οδηγός και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να είναι η εκπλήρωση των στόχων της χώρας στο χρονικό ορίζοντα του 2020 σε σχέση με τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Εκτιμάται ότι για την υλοποίηση των στόχων αυτών οι ετήσιες δαπάνες την περίοδο 2010-2020 θα φθάσουν τα 2 δις. € ανά έτος, δίνοντας σημαντική ώθηση κυρίως στον κατασκευαστικό κλάδο αλλά και σε άλλους οικονομικούς κλάδους, και άρα δημιουργώντας θετικό αντίκτυπο και στην οικονομία της χώρας. Και πάλι όμως ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο είναι οι υποστηρικτικές πολιτικές που θα εφαρμοστούν προκειμένου να κινητοποιήσουν την οικονομία προς την κατεύθυνση αυτή. Βασικές πολιτικές παρεμβάσεις μεταξύ άλλων θεωρούνται:

Η επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου, η ενεργοποίηση επιτέλους της Κοινοτικής Οδηγίας 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή συμπεριφορά των κτιρίων, η υιοθέτηση αυστηρότερων κανονισμών θερμομόνωσης, και η διαμόρφωση σαφούς χρονοδιαγράμματος προς την κατασκευή κτιρίων μηδενικών εκπομπών άνθρακα.

Η χρήση κατάλληλα σχεδιασμένων οικονομικών κινήτρων για την προώθηση τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας με υψηλό αρχικό κόστος, αποκλειστικά για τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Η επιβολή πράσινων φόρων για όλους τους καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν ορθολογικά την ενέργεια, οι οποίοι κατά 50% θα διατίθενται σε έργα εξοικονόμησης ενέργειας και ΑΠΕ και κατά 50% στην ενίσχυση της απασχόλησης.

Η ανάπτυξη πράσινων υποδομών στον τομέα των μεταφορών, και ιδιαίτερα όσον αφορά στην προώθηση των μέσων μαζικής μεταφοράς στον αστικό ιστό και της ανάπτυξης σύγχρονου δικτύου σιδηροδρόμων.

Η εκπαίδευση και ενημέρωση των πολιτών, καθώς και η ανάπτυξη της έρευνας για τα ζητήματα αυτά.

Όμως, η υιοθέτηση ενός πράσινου οικονομικού μοντέλου δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο σε μια ριζική αναδιάρθρωση του ενεργειακού τομέα. Στην Ελλάδα, ακόμη σημαντικότεροι τομείς στην υφιστάμενη οικονομική και κοινωνική δομή αποτελούν η γεωργία και ο τουρισμός, οι οποίοι και θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο δομικής αναδιάρθρωσης προς την κατεύθυνση αυτή. Και οι δύο έχουν τεράστια περιθώρια υλοποίησης δράσεων που αφενός θα συμβάλλουν στη μείωση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεις, ταυτόχρονα όμως θα διαμορφώνουν το πλαίσιο για την παραγωγή υψηλής ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών.

Η καλλιέργεια της γης με βάση τις αρχές της βιολογικής γεωργίας, καθώς και η υιοθέτηση πρακτικών βιολογικής κτηνοτροφίας και βιώσιμης αλιείας, είναι δυνατόν να δώσουν μια νέα προοπτική ανάπτυξης στον πρωτογενή τομέα στη χώρα, προστατεύοντας το περιβάλλον και παράγοντας υψηλής ποιότητας προϊόντα, τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν ικανοποιητικά εισοδήματα. Επίσης, η ανάπτυξη του οικοτουρισμού και του αγροτουρισμού θα μπορούσε να συνδυαστεί με παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών και να συμβάλλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και στον πολλαπλασιασμό του τουριστικού συναλλάγματος.

Οι αλλαγές αυτές απαιτούν ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, η προετοιμασία του οποίου θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα έτσι ώστε σε χρονικό ορίζοντα 5-10 χρόνων η θεμελιώδης αναδιοργάνωση του πρωτογενή και του τουριστικού τομέα να αποτελέσουν τη δεύτερη φάση της οικοδόμησης ενός πράσινου οικονομικού μοντέλου στη χώρα.

Το εγχείρημα της πράσινης οικονομίας είναι πλέον για τη χώρα επιβεβλημένο. Το ζητούμενο είναι να οργανωθεί και να σχεδιασθεί αποτελεσματικά, ώστε σε λίγα χρόνια να μην μιλάμε για άλλη μια χαμένη ευκαιρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: