Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

ΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

της Ελένης Πορτάλιου, αν. καθηγ. Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ

Η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας αναπτύχθηκε μέσω διαρκών επεκτάσεων και εξαπλώθηκε σε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής. Ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός , ως εργαλεία ελέγχου της ανάπτυξης και διασφάλισης των δημόσιων χώρων της πόλης, του φυσικού τοπίου, της αγροτικής γης και των δασών, υποκαταστάθηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1980 από περιορισμένες, αποσπασματικές ρυθμίσεις.
Tο Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (ΡΣΑ, 1985) και, εν μέρει, τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ) και οι Πολεοδομικές Μελέτες Επέκτασης– Αναθεώρησης (ΠΜΕΑ) επιχείρησαν ένα γενικότερο ανασχεδιασμό του αστικού χώρου – μόνο, όμως, για τις νέες επεκτάσεις των σχεδίων πόλεων - με τη δημιουργία κοινωνικών υποδομών , με τον έλεγχο των χρήσεων γης και την οριοθέτηση της επέκτασης της πόλης στην ύπαιθρο. Αντίθετα, στις ήδη δομημένες περιοχές δεν υπήρξε καμμία πολιτική αναπλάσεων και ο σχετικός νόμος του 1997 δεν εφαρμόστηκε.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι σχεδιασμοί των Ολυμπιακών Αγώνων ενίσχυσαν τον συγκεντρωτισμό στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Τα Ολυμπιακά Έργα πριμοδότησαν την επεκτατική πολιτική και τις κατ’ ευφημισμόν (σημειακές) αναπλάσεις, δηλαδή την εμφύτευση Ολυμπιακών Πόλων σε αδόμητες εκτάσεις. Οι εκτάσεις, όμως, αυτές αποτελούσαν πολύτιμες εφεδρείες για την ανασύσταση της κατακερματισμένης πόλης ή ήταν τμήματα του φυσικού τοπίου, που έπρεπε να παραμείνουν στη φυσική τους κατάσταση(πχ ακτές Σαρωνικού).
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διέρρηξαν την όποια παράδοση σχεδιασμού είχε δημιουργήσει το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας (ΡΣΑ) και η πρώτη εποχή της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης (ΕΠΑ), υπερέβησαν νόμους και θεσμούς και εγκαθίδρυσαν ένα σύγχρονο laisser faire στο χώρο, σπαταλώντας δημόσια γη ανυπολόγιστης αξίας και δημόσιο χρήμα δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες συγκρότησαν και επιτάχυναν την εφαρμογή των σύγχρονων νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο χώρο που, όσον αφορά την Αθήνα, μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες επιλογές : ενίσχυση του μεγάλου κατασκευαστικού κεφαλαίου μέσω νέων επενδυτικών ευκαιριών κλίμακας, στο πλαίσιο βελτίωσης του διεθνούς ρόλου και του γοήτρου της Αθήνας ως μητρόπολης, ως τόπου διεθνούς τουριστικού προορισμού και επιχειρηματικού ενδιαφέροντος.
Η θέση μας είναι ότι το είδος του ανασχεδιασμού της Αθήνας που υλοποιήθηκε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και συνεχίζεται σήμερα - πρόσφατα παραδείγματα οι προτεινόμενες αναπλάσεις στις περιοχές του Ιπποδρόμου, της Δραπετσώνας και του Βοτανικού – δεν ανανεώνει την πόλη, δεν απαντά σε συσσωρευμένες ανάγκες της, αντίθετα εξυπηρετεί την κτηματομεσιτική κερδοσκοπία και δημιουργεί νέα κοινωνικοχωρικά προβλήματα.Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι αναπλάσεις και οι χωρικοί ανασχεδιασμοί δεν είναι ουδέτερες κοινωνικά πολεοδομικές παρεμβάσεις στις πόλεις. Οι Peter Marcuse και Ronald van Kempen διερευνούν στο έργο τους Globalizing Cities : a new spatial order, τις σύγχρονες ανακατατάξεις που προκύπτουν από ανασχεδιασμούς στις πόλεις, οι οποίες βρίσκονται στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αναφερόμενοι, κυρίως, σε πόλεις της Αμερικής και του λεγόμενου Γ’ Κόσμου. Οι Marcuse και van Kempen διαπιστώνουν, τελικά, τρεις τομείς χωρικών αλλαγών στις πόλεις : ενίσχυση των δομικών, χωρικών διαιρέσεων με αυξανόμενη ανισότητα ανάμεσά τους και αυξανόμενη περιτείχιση του καθενός, ιδιαίτερες νέες χωρικές διαμορφώσεις μέσα στις διαιρέσεις και ένα σύνολο «soft» τόπων στους οποίους λαμβάνει χώρα η αλλαγή (παράλια μέτωπα, κεντρικές περιοχές παραγωγής, καφέ γήπεδα – προηγούμενοι βιομηχανικοί χώροι, κεντρικές περιοχές γραφείων και κατοικίας, κεντρικές περιοχές διασκέδασης και τουριστικοί χώροι, συγκεντρώσεις κοινωνικής κατοικίας, τοποθεσίες στις παρυφές των κεντρικών περιοχών επιχειρήσεων, ιστορικές κατασκευές, δημόσιοι χώροι).
O Mike Davis, o Neil Smith και ο Edward Soja θέτουν συναφή ζητήματα ενώ ο David Harvey, ήδη από το 1978, μας θυμίζει μια παλιά πραγματικότητα. : στον καπιταλισμό, υπάρχει ένας διηνεκής αγώνας κατά τον οποίο το κεφάλαιο κατασκευάζει ένα φυσικό τοπίο, προσαρμοσμένο στη δική του συνθήκη σε μια ιδιαίτερη χρονική στιγμή, μόνο για να το καταστρέψει, συνήθως στον κύκλο των κρίσεων, σε μια επόμενη στιγμή στο χρόνο. Η χρονική και γεωγραφική άμπωτις και παλίρροια των επενδύσεων σ’ ένα δομημένο περιβάλλον μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με όρους μιας τέτοιας διαδικασίας.

Η Αθήνα της Ολυμπιάδας, όπως και η σημερινή, εμφανίζει βεβαίως πολύ μεγαλύτερη ομοιογένεια ως προς την κοινωνικοταξική χωρική της διάσταση έναντι πόλεων χωρικά πολωμένων με βάση ταξικές, φυλετικές, εθνικές διαιρέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, δεν διαθέτει την μακριά παράδοση πολλών ευρωπαϊκών πόλεων σε δημόσιους χώρους, κοινωνικές υποδομές και συλλογικές εξυπηρετήσεις, σε προστασία της ιστορικής κληρονομιάς και του φυσικού τοπίου. Η Αθήνα, μπορεί να βρίσκεται πολύ ψηλά σε ποσοστά ιδιοκατοίκησης και επίλυσης του στεγαστικού προβλήματος των λαϊκών τάξεων, υστερεί, όμως, σε δημόσιες υποδομές.

Η ευρύτερη πόλη είχε ήδη, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, πάρει τη μορφή πυκνοδομημένων ή ασυνάρτητα δομημένων περιφερειών πρώτης και δεύτερης κατοικίας που, στις περισσότερες περιπτώσεις, αναπτύχθηκαν ως συσσωρεύσεις ιδιωτικών κατασκευών, χωρίς συλλογικές εξυπηρετήσεις και δημόσιους χώρους, ανεξάρτητα από το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους, στα ερείπια της ιστορικής κληρονομιάς και με καταστροφές ακτών, δασών και γεωργικής γης που είχαν ιστορία πολλών αιώνων.

Ένας γενικότερος, λοιπόν, ανασχεδιασμός της ευρύτερης πόλης των Αθηνών, θα έπρεπε να βάλει τέρμα στις επεκτάσεις και να ανασυγκροτήσει τις περιοχές κατοικίας, αξιοποιώντας όσα σημαντικά, αρχιτεκτονικά και φυσικά, στοιχεία είχαν απομείνει. Ο ανασχεδιασμός θα έπρεπε, δηλαδή, να υπηρετεί την ανασύσταση ενός δημόσιου χώρου, την εμφύτευση κοινωνικών χρήσεων, τη διαφύλαξη και ενίσχυση πράσινων και ελεύθερων χώρων καθώς και την αισθητική βελτίωση και την ιστορική μνήμη. Μ’ άλλα λόγια ο ανασχεδιασμός θα έπρεπε να αποδώσει τη σύγχρονη συλλογική ταυτότητα της πόλης.

Αντ’ αυτών, με τη μεταφορά του διεθνούς αεροδρομίου στα Σπάτα και την κατασκευή της Αττικής Οδού, πραγματοποιήθηκε μια άνευ προηγουμένου εξωαστικοποίηση, που κατέστρεψε την αγροτική γη των Μεσογείων και η οποία συνεχίζεται τώρα και προς την περιοχή των Μεγάρων. Οι αδόμητοι χώροι περιορίστηκαν δραστικά, οι κυκλοφοριακοί άξονες επέφεραν νέους κατακερματισμούς του αστικού ιστού, ενισχύοντας το ιδιωτικό αυτοκίνητο, εν τέλει τα προβλήματα, που υπήρχαν ήδη από το παρελθόν, πολλαπλασιάστηκαν. Έτσι, όπως θα έλεγε η πολεοδόμος Μάρω Ευαγγελίδου, στο έδαφος ενός προϋπάρχοντος παραδοσιακού πολιτικού λαϊκισμού, εγκαταστάθηκε ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός στην προσέγγιση του χώρου. Κτηματομεσιτική κερδοσκοπία, λοιπόν, σε αντιπαράθεση με τους αναγκαίους δημόσιους ανασχεδιασμούς, που παράγουν κοινωνική υπεραξία και υπηρετούν συλλογικές ανάγκες και όχι ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

Τα προβλήματα της Αθήνας δεν σταμάτησαν με τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Γιατί με τον νόμο 3342/2005 η δημόσια περιουσία των Ολυμπιακών Αγώνων – δηλαδή οι 16 Ολυμπιακοί Πόλοι, που είχαν χρηματοδοτηθεί εξ’ ολοκλήρου με δημόσιους πόρους σε γη και χρήμα – παραδόθηκαν στην Ολυμπιακά Ακίνητα ΑΕ, μια εταιρία που δεν ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ενεργεί αδιαφανώς, ανέλεγκτη από τη Βουλή και τους πολίτες. Η εταιρία αυτή έχει, ήδη, ξεκινήσει να εκμισθώνει τις Ολυμπιακές Εγκαταστάσεις σε ιδιώτες μεγαλοεπιχειρηματίες έναντι πινακίου φακής, παραχωρώντας τους ταυτόχρονα δικαίωμα νέας δόμησης χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων και νέες δημόσιες αδόμητες εκτάσεις εκατοντάδων στρεμμάτων.

Έτσι, ο δύσκολος ανασχεδιασμός των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων, ώστε να αποδοθούν σε συλλογικές λειτουργίες της πόλης, εμφανίζεται να μην έχει πλέον νόημα και τις εγκαταστάσεις αυτές, με επιπρόσθετες παροχές γης και δόμησης, παραλαμβάνουν ιδιώτες, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν σύμφωνα με τις επιχειρηματικές τους ανάγκες.
Ας δούμε δύο παραδείγματα ανασχεδιασμού Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων. Παρ’ ότι όλα τα παραδείγματα είναι αρνητικά θα ξεκινήσω με το ένα θετικό που διαθέτουμε. Πρόκειται για τη μετατροπή του Κτιρίου της Άρσης Βαρών στη Νίκαια σε εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Πειραιά, ύστερα από κινητοποιήσεις πολιτών της περιοχής και του πανεπιστημίου. Οι ενδιαφερόμενοι πολίτες αναδεικνύουν την αξία ένταξης μιας τόσο σημαντικής δημόσιας χρήσης στη Νίκαια και ζητούν ο ανασχεδιασμός του χώρου να διαφυλάξει τη συνέχεια της πόλης, να κρατήσει το πανεπιστήμιο ανοιχτό στην τοπική κοινωνία, να ενισχύσει τους ελεύθερους και πράσινους χώρους και να αντιμετωπίσει το κυκλοφοριακό πρόβλημα με επέκταση του μετρό και ενίσχυση των δημόσιων μέσων μεταφοράς.
Ας δούμε τώρα μια προβληματική περιοχή – αυτή της παραλίας του Σαρωνικού, η οποία, θα έπρεπε να προστατευτεί στο σύνολό της ως θαλάσσιο φυσικό περιβάλλον και ν’ αποτελέσει έναν ελεύθερα προσβάσιμο από τους κατοίκους της Αθήνας χώρο κολύμβησης, άθλησης και αναψυχής.Παρά ορισμένα θετικά αποτελέσματα μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων, που διαρκούν χρόνια στην περιοχή και πέτυχαν να περιορίσουν την εντατική εκμετάλλευση και εμπορευματοποίηση του χώρου, σήμερα η παραλία του Σαρωνικού δεν διαθέτει παρά ελάχιστα τμήματα ακτών ελεύθερης κολύμβησης. Το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο οποίο έχουν ήδη χωροθετηθεί Ολυμπιακές Εγκαταστάσεις, επιχειρείται να δομηθεί σε μεγάλο τμήμα του. Aθλητικά μεγαθήρια έχουν καταλάβει τον χώρο, αλλοιώνοντας ριζικά τον ήπιο χαρακτήρα ενώ τα μεγάλα οδικά έργα αποτελούν ογκώδεις και ακαλαίσθητες κατασκευές και τραυματίζουν το φυσικό τοπίο.
Τούτων δεδομένων, και ενώ έπρεπε να φύγουν οι λυόμενες εγκαταστάσεις των Ολυμπιακών Αγώνων και να συνδεθούν οι παραθαλάσσιοι δήμοι με τη θάλασσα, ο νόμος 3342/2005 προσθέτει νέα αθλητικά συγκροτήματα, εμπορικά καταστήματα, πολιτιστικές χρήσεις, θεματικά πάρκα, κ.λ.π., ακόμα και ζωολογικό κήπο. Αμέσως μετά επεμβαίνει στον διασωθέντα από τον νόμο του 2005 Ιππόδρομο, το ίδρυμα Νιάρχου και επιδιώκει να χωροθετηθούν εκεί η Λυρική Σκηνή, που θα μπορούσε κάλλιστα να στεγαστεί στο παρακείμενο κτίριο του Τάε κβον ντο, η Εθνική Βιβλιοθήκη και πλήθος άλλων εμπορικών και πολιτιστικών χρήσεων.
Το παράδειγμα της παραλίας του Σαρωνικού δεν είναι το μόνο. Μ’ άλλα λόγια οι πραγματοποιημένοι σήμερα ανασχεδιασμοί παντού στην Αττική γίνονται σε όφελος μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, με παράκαμψη των νόμων και με μοναδικά πολεοδομικά ή αρχιτεκτονικά κριτήρια την εντατική εκμετάλλευση προνομιακών αδόμητων χώρων – των «φιλέτων» κατά την τρέχουσα ορολογία.Ήδη, όμως, έχουμε εισάγει στην προσέγγιση του ανασχεδιασμού στην Αθήνα σήμερα, ένα παράγοντα που συνήθως δεν αναφέρεται στις επιστημονικές συζητήσεις. Πρόκειται για τους ενεργούς πολίτες, για τα κινήματα πολιτών που αναφύονται καθημερινά και αποτελούν καθοριστικό παράγοντα κριτικής των ανασχεδιασμών από τη σκοπιά της υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και της συλλογικής ταυτότητας της πόλης.
Τα αστικά κοινωνικά κινήματα, παγκόσμια, έχουν μακριά ιστορία την οποία παρουσίασε ο Manuel Castells στο μνημειώδες έργο του The City and the Grassroots, όπως και πολλοί άλλοι μελετητές του χώρου και της κοινωνίας ως συγκρουσιακών πεδίων αποτύπωσης της κοινωνικής δυναμικής.
Το Παρατηρητήριο των Ελεύθερων Χώρων της Αθήνας εξέδωσε πριν λίγους μήνες τον Χάρτη των Κινημάτων της περιοχής του δήμου της Αθήνας, αποτυπώνοντας ένα μεγάλο αριθμό αγώνων, οι οποίοι εκφράζουν ζωτικές ανάγκες, υποδεικνύουν ζωτικούς χώρους της καθημερινής ζωής και προβάλλουν ένα συλλογικό όραμα για την πόλη. Θα αποσπάσω από τον Χάρτη ένα παράδειγμα προτεινόμενης ανάπλασης που αφορά την περιοχή γύρω από το εργοστάσιο παραγωγής δίσκων της Columbia, το οποίο κηρύχθηκε, δυστυχώς μόνο εν μέρει, διατηρητέο μνημείο. Το θέμα της Columbia ανέδειξε η Επιτροπή Κατοίκων για τη Σωτηρία του Εργοστασίου ως ιστορικού τόπου και για την ένταξή του σε μια γενικότερη ανάπλαση της περιοχής, που περιλαμβάνει το γήπεδο του Απόλλωνα, το άλσος Προμπονά και τμήμα του ρέματος Ποδονίφτη.

Στο μάθημα του 9ου Εξαμήνου της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ ασχολούμαστε αυτή την χρονιά με την Ανάπλαση της Ευρύτερης Περιοχής της Columbia , σε επαφή με το κίνημα πολιτών. Έχουμε στόχο, μέσα από τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και των φυσικών στοιχείων, που απομένουν ακόμα στην περιοχή, να δημιουργήσουμε έναν εκτεταμένο δημόσιο χώρο στη συμβολή 3 δήμων : της Αθήνας, της Ν. Φιλαδέλφειας και της Ν. Ιωνίας.

Έχω ήδη εισάγει την έννοια του συμμετοχικού σχεδιασμού, που θα πρέπει να αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, βασική σταθερά του ανασχεδιασμού και των αναπλάσεων. Όπως έχει γίνει ήδη φανερό, επιλέγω το όραμα και τις ανάγκες των πολλών, σε αντιπαράθεση με τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των ολίγων, ως βασικό κριτήριο αξιολόγησης των πραγματοποιούμενων ανασχεδιασμών της πόλης.

Κι εδώ θα τελειώσω μ’ ένα παράδειγμα των λεγόμενων σημειακών παρεμβάσεων ή επανάχρησης κτιρίων αδρανών αλλά με σημαντική παρουσία στον ιστό της πόλης. Πρόκειται για την Αγορά της Κυψέλης, ένα κτίριο του 1935 που κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο χάρις στους αγώνες των κατοίκων και της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ. Η αδράνεια του δήμου στο ν’ ανοίξει τον ανενεργό χώρο, ώστε να καλυφθούν οι πιεστικές ανάγκες της περιοχής , οδήγησε τους κατοίκους της Κυψέλης να τον ανοίξουν και να τον αυτοδιαχειριστούν οι ίδιοι. Προέκυψε, έτσι , ένα εξαιρετικό παράδειγμα ανασχεδιασμού των χρήσεων και της λειτουργίας του χώρου, ένα πρότυπο αυτενέργειας και δημιουργίας, μια συλλογική απάντηση στην ιδιώτευση και την αποξένωση από τον χώρο της πόλης, μια «κυψέλη» καθημερινής συνάντησης χιλιάδων κατοίκων της Κυψέλης και της Αθήνας, μέσα από πολλές και πλούσιες κοινές δράσεις.

*εισήγηση της Ελένης Πορτάλιου στο συνέδριο που διοργάνωσε το Βρετανικό Συμβούλιο "Metropolis – Διάλογοι για την πόλη", συζήτηση: Αστικός Ανασχεδιασμός (Urban Regeneration), την Τρίτη 13 Μαρτίου 2007, στο Μουσείο Μπενάκη και ομιλητές τους: David Barrie, Crispin Kelly και Ελένη Πορτάλιου

Δεν υπάρχουν σχόλια: